Ανδρική Υπογονιμότητα

Κατακερματισμός DNA σπέρματος: πότε εξετάζεται

Το σπερμοδιάγραμμα μετρά τον αριθμό, την κινητικότητα και τη μορφολογία των σπερματοζωαρίων, αλλά δεν «βλέπει» την ακεραιότητα του γενετικού τους υλικού. Ο έλεγχος κατακερματισμού του DNA (DNA fragmentation) προσπαθεί να καλύψει αυτό ακριβώς το κενό, μετρώντας το ποσοστό των σπερματοζωαρίων με σπασμένες αλυσίδες DNA.

Η εξέταση αυτή έχει γίνει δημοφιλής, συχνά όμως προσφέρεται χωρίς σαφή ένδειξη. Το ερώτημα δεν είναι αν ακούγεται εξελιγμένη, αλλά αν το αποτέλεσμά της αλλάζει πραγματικά τις αποφάσεις και το τελικό αποτέλεσμα για ένα συγκεκριμένο ζευγάρι.

Τι είναι ο κατακερματισμός του DNA του σπέρματος;

Μέσα στην κεφαλή κάθε σπερματοζωαρίου υπάρχει το πατρικό γενετικό υλικό, «πακεταρισμένο» πολύ συμπυκνωμένα. Όταν οι αλυσίδες αυτού του DNA παρουσιάζουν θραύσεις, μιλάμε για κατακερματισμό. Το αποτέλεσμα εκφράζεται συνήθως ως δείκτης κατακερματισμού DNA (DFI), δηλαδή το ποσοστό των σπερματοζωαρίων με βλάβη.

Οι βλάβες αυτές μπορεί να προκύψουν από οξειδωτικό στρες, φλεγμονή, κιρσοκήλη, κάπνισμα, παχυσαρκία, υψηλό πυρετό ή προχωρημένη ηλικία. Ένα υψηλό ποσοστό δεν σημαίνει απαραίτητα αδυναμία τεκνοποίησης, καθώς το ωάριο διαθέτει μηχανισμούς επιδιόρθωσης.

Πώς μετριέται;

Χρησιμοποιούνται διάφορες εργαστηριακές μέθοδοι — οι πιο γνωστές είναι το SCSA, το TUNEL, το Comet assay και το τεστ διασποράς χρωματίνης (SCD). Καθεμία μετρά τη βλάβη με διαφορετικό τρόπο και δίνει διαφορετικά όρια αναφοράς.

Αυτό είναι και το μεγάλο πρακτικό πρόβλημα: δεν υπάρχει μία, κοινά αποδεκτή μέθοδος-«χρυσός κανόνας» ούτε ένα ενιαίο όριο. Ένα ποσοστό γύρω στο 25–30% αναφέρεται συχνά ως όριο, αλλά διαφέρει ανά μέθοδο και ανά εργαστήριο, γι’ αυτό τα αποτελέσματα δεν είναι πάντα άμεσα συγκρίσιμα.

Είναι εξέταση ρουτίνας;

Όχι. Οι διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες δεν συνιστούν τον έλεγχο κατακερματισμού DNA ως εξέταση ρουτίνας στην αρχική διερεύνηση κάθε υπογόνιμου ζευγαριού. Η κλινική του χρησιμότητα παραμένει περιορισμένη και αβέβαιη, κυρίως επειδή τα δεδομένα για το αν αλλάζει το ποσοστό γέννησης είναι ασθενή.

Με άλλα λόγια, μια «καλή» ή «κακή» τιμή σπάνια αρκεί από μόνη της για να καθορίσει τη θεραπεία. Γι’ αυτό η εξέταση δεν πρέπει να ζητείται αδιακρίτως.

Πότε, λοιπόν, μπορεί να έχει αξία;

Ο έλεγχος μπορεί να εξεταστεί σε συγκεκριμένες περιπτώσεις: σε καθ’ έξιν αποβολές (επαναλαμβανόμενες απώλειες κύησης), σε επαναλαμβανόμενη αποτυχία εμφύτευσης μετά από εξωσωματική, και σε ζευγάρια με ανεξήγητη υπογονιμότητα. Στις καταστάσεις αυτές, η πληροφορία μπορεί ενίοτε να βοηθήσει στη λήψη αποφάσεων.

Οι νεότερες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ουρολογικής Εταιρείας (EAU) τείνουν να προτείνουν την εξέταση σε ζευγάρια με επαναλαμβανόμενες αποβολές ή ανεξήγητη υπογονιμότητα, ενώ οι οδηγίες AUA/ASRM τη διατηρούν εκτός της αρχικής, ρουτίνας διερεύνησης. Η ένδειξη πρέπει πάντα να είναι στοχευμένη.

Αν το αποτέλεσμα είναι υψηλό, τι γίνεται;

Πρώτα αναζητούνται και διορθώνονται αναστρέψιμα αίτια: διακοπή καπνίσματος, απώλεια βάρους, αντιμετώπιση φλεγμονής ή λοίμωξης, χειρουργική αποκατάσταση κλινικά σημαντικής κιρσοκήλης, και αποφυγή υπερβολικής θερμότητας. Επειδή η παραγωγή σπέρματος διαρκεί περίπου τρεις μήνες, οι βελτιώσεις χρειάζονται χρόνο.

Τα αντιοξειδωτικά συμπληρώματα αναφέρονται συχνά, αλλά η τεκμηρίωση ότι αυξάνουν τις γεννήσεις είναι αδύναμη. Σε ορισμένες περιπτώσεις σοβαρού κατακερματισμού, η εξωσωματική με μικρογονιμοποίηση (ICSI) — ενδεχομένως με σπέρμα από τον όρχι — μπορεί να συζητηθεί, αν και τα δεδομένα εδώ είναι επίσης περιορισμένα.

Ποιο είναι το βασικό μήνυμα;

Ο κατακερματισμός DNA είναι μια ενδιαφέρουσα εξέταση, όχι όμως μια πανάκεια ούτε ένα υποχρεωτικό βήμα για κάθε άνδρα. Έχει θέση σε επιλεγμένα σενάρια και όταν το αποτέλεσμα μπορεί πραγματικά να αλλάξει την αντιμετώπιση.

Πριν κάνετε την εξέταση, αξίζει να ρωτήσετε τον γιατρό σας: «Αν βγει υψηλή ή χαμηλή, τι θα αλλάξει στη θεραπεία μου;». Αν η απάντηση είναι «τίποτα», τότε η εξέταση μάλλον δεν χρειάζεται.

Σύνοψη

Ο έλεγχος κατακερματισμού DNA του σπέρματος μετρά τη βλάβη στο γενετικό υλικό των σπερματοζωαρίων, αλλά δεν είναι εξέταση ρουτίνας: η κλινική του χρησιμότητα είναι περιορισμένη και δεν υπάρχει ενιαία μέθοδος ή όριο. Μπορεί να εξεταστεί σε επιλεγμένες περιπτώσεις — καθ’ έξιν αποβολές, επαναλαμβανόμενη αποτυχία εμφύτευσης, ανεξήγητη υπογονιμότητα. Όταν προκύψει υψηλή τιμή, προτεραιότητα έχει η διόρθωση αναστρέψιμων αιτίων. Πριν την εξέταση, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν το αποτέλεσμα θα αλλάξει πράγματι τη θεραπεία.

⚕ Ιατρικά αξιολογημένο από Καθ. Στρατή Κολυμπιανάκη · Ιατρικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης Α.Μ. 16340

ΆΡΘΡΟ 10 · ΑΝΔΡΙΚΉ ΥΠΟΓΟΝΙΜΌΤΗΤΑ